ἐτυμηγόρος

ἐτῠμ-ηγόρος, ον, ([etym.] ἀγορεύω)
A speaking truth, Orph.A.4,1178.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετυμηγόρος — ἐτυμηγόρος, ον (Α) αυτὸς που λέει την αλήθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < έτυμος «αληθινός» + αγόρος (< αγορεύω), πρβλ. δημ ηγόρος το η λόγω τής συνθέσεως] …   Dictionary of Greek

  • ἐτυμηγόρον — ἐτυμηγόρος speaking truth masc/fem acc sg ἐτυμηγόρος speaking truth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετυμηγορία — η (Α ἐτυμηγορία) [ετυμηγόρος] νεοελλ. 1. (νομ.) η απόφαση κάθε δικαστηρίου, αλλά κυρίως τού ορκωτού («η ετυμηγορία τών ενόρκων») 2. φρ. «η ετυμηγορία τού λαού» η διά τής ψήφου εκφραζόμενη λαϊκή θέληση αρχ. το να λέει κάποιος την αλήθεια, η… …   Dictionary of Greek

  • ετυμηγορώ — ἐτυμηγορῶ έω, (Α) [ετυμηγόρος] 1. λέω την αλήθεια 2. ετυμολογώ, παράγω («ἐτυμηγορῶ ἀπὸ αἰτίας ὄvoμα», Πρόκλ.) …   Dictionary of Greek

  • ετυμόθρους — ἐτυμόθρους, ουν ( οος, οον) (Α) αυτός που λέει την αλήθεια, ο ετυμηγόρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < έτυμος «αληθινός» + θρους «θόρυβος, φήμη»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.